Να θυμηθώ…

Κάποτε δεν ήξερα πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η αδιαφορία,
πως μια λέξη μπορεί να σε σωπάσει πιο βαθιά κι από χειμώνα.

Σκιές

Δεν έφυγαν όλοι μαζί·
ένας ένας χάθηκαν, σαν φώτα πίσω από την ομίχλη.

Οι Ερινύες που προσπέρασες

Δεν τόλμησα ποτέ να πω πως πόνεσα, μόνο που δεν με ένιωσες,
δεν αφουγκράστηκες τα λόγια μου, δεν στάθηκες λίγο στη σιωπή τους.

Το μωβ χρώμα της επιστροφής

Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι κάθε πρωί είναι η δύση·
τα παιδικά μου καλοκαίρια, μια αυλή,
κι εγώ να φτιάχνω κόσμους
τότε που όλα ήξεραν ακόμη να είναι καινούρια.

Ξεχνώντας ποιος είμαι

Δεν έγινε με θόρυβο,
ούτε με κραυγές,
μόνο με μικρές σιωπές
που μάζευαν το όνομά μου από τους δρόμους.

Υπόσχεση Φυγής

Υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως θα φύγω!Υποσχέθηκα ένα ακόμα ταξίδι.Υποσχέθηκα πως θα μείνω σιωπηλός. Δε θέλω να θυμάμαι όνειρα.Δε θέλω να θυμάμαι ψέματα.Δε θέλω να νιώθω ξένος! Μια βόλτα να κάνω, να πιω νερόαπό μια δροσερή πηγή.Να κάνω ένα νέο ταξίδι, χωρίς σκοπό!

Όταν γυρίσω

Όταν γυρίσω, θέλω να δω… Τις ματιές που έχασαΤα λογια που δεν είπαΤις ψυχές που δεν αγκάλιασαΤα τραγούδια που δε τραγούδησαΤα χαμόγελα που νοστάλγησα Όλα να βρίσκονται μπροστά…

Κρυφακούγοντας τη θάλασσα

Είναι μέρες, που πιστεύω πως ελευθερώθηκα, πως μπορώ να αναπνέω.Μέσα σε τόσα που θυμάμαι, μέσα σε τόσα που φαντάστηκα,τόσα που ονειρεύτηκα και γέρασα ανάμεσα τους· πως βρήκα μέρος να ημερέψω! Είναι μέρες, που αισθάνομαι νεκρός, πως η θάλασσα έπαψε να φέρνει αρώματα,πως τα αστέρια της νύχτας αρνούνται πια να μ’ οδηγήσουνστους αλλιώτικους κόσμους που έφτιαχνα…

Αυτό που ήξερα πάντα…

Αυτό που ήξερα πάντα: Αν ο θάνατος είναι αφύσικος
τότε ο δρόμος του ανθρώπου είναι λάθος.

Οι κόσμοι των ονείρων

Είναι η ανάσα, η πρώτη που βαραίνει. Και αποσιωπά αργά τις σκέψεις
αφήνοντας ένα δροσερό σκοτάδι πίσω απ’ το κουρασμένο βλέμμα.

επόμενη σελίδα