Κάθε καλοκαίρι πιστεύω πως ο ήλιος θα με κάψει,
μα κάθε φορά νιώθω τον χειμώνα να περνά νωρίς απ’ τα χέρια μου·
νιώθω πως άργησα, πως κάτι είχε φύγει ήδη, ίσως κάτι ξέχασα.
Κι είναι οι νύχτες που με σαγηνεύουν, με τις κενές τους στιγμές,
με εικόνες από καθαρό ουρανό και αστέρια κρυμμένα πίσω απ’ το φως,
λες κι η ίδια η λάμψη αποφάσισε να σωπάσει ό,τι ήταν μακρινό.
Κι εγώ μένω εκεί, ανάμεσα σε ήλιους που δεν έκαψαν αρκετά
και σε χειμώνες που ήρθαν χωρίς να τους καλέσει κανείς.
