Το ανείσπρακτο χρέος του δειλινού

Ήταν βραδιές που ξάπλωνα σ’ εκείνο το ντιβάνι στην αυλή,
περίμενα να ακούσω βήματα, κάποιο σινιάλο, ένα τρίξιμο κλαδιού.
Περνούσε η ώρα κι αποκοιμιόμουν,
ονειρευόμουν πως έρχεσαι.
Ονειρευόμουν πως δεν είχες φύγει μακριά…

Υπόσχεση Φυγής

Υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως θα φύγω!Υποσχέθηκα ένα ακόμα ταξίδι.Υποσχέθηκα πως θα μείνω σιωπηλός. Δε θέλω να θυμάμαι όνειρα.Δε θέλω να θυμάμαι ψέματα.Δε θέλω να νιώθω ξένος! Μια βόλτα να κάνω, να πιω νερόαπό μια δροσερή πηγή.Να κάνω ένα νέο ταξίδι, χωρίς σκοπό!

Όταν αλλάξεις

Όταν αλλάξεις, έλα να γνωριστούμε,
όταν αλλάξεις, έλα να σου διηγηθώ για το ταξίδι μου.
Έλα να σου δείξω τι ζωγράφισα. Eικόνες από χιλιάδες κόσμους!

To χθεσινό ξημέρωμα

Όσα και να ζήσω, όσα και να νιώσω! Αυτή,
η γεύση της αναμονής, μένει ακόμα. Η γλυκιά αίσθηση τ’ ονείρου, οι βιαστικές ανάσες πριν ξυπνήσω, η τελευταία εικόνα…

Περπατώντας στο παλιό δρόμο

Είναι η μέρα που βλέπω κάθε φορά. Το μωβ που σιγά-σιγά ανοίγει, γίνεται το όμορφο, λευκό-γαλάζιο, που νιώθω τόσο γνώριμο. Δεν είναι το φως που μ’ αρέσει όμως να βλέπω. Μ’ αρέσει να βλέπω τις σκιές! Οι σκιές λένε πάντα αλήθεια. Προδίδουν πάντοτε που βρίσκεται ο ήλιος. Προδίδουν πάντα, τη τέλεια γωνία να κρυφτείς… -…

Το στοιχειό

Το στοιχειό ταξιδεύει στους τοίχους. Το Στοιχειό κατοικεί ανάμεσα στους τοίχους… Και περιμένει το φεγγάρι να γεμίσει.

Αναμνήσεις

Στην αρχή ήταν χαμόγελα και περιέργοι καινούριοι ήχοι, μυρωδιές κι αισθήσεις. Ήταν το φως, ήταν η νύχτα ήταν οι σκιές κι η μυρωδιά του πρωϊνού.

Το κίτρινο φως

Ποτέ δε βλέπεις εκείνο το φανάρι στη γωνιά, πριν το δρόμο για το σπίτι!
Στο μοναχικό βράδυ, όπου ο δρόμος έχει πια ερημώσει
Ποτέ δε μέτρησες τη ζωή σου σε στιγμές.
Δε θυμάσαι καν, την εποχή που το φως του φαναριού ήταν λευκό!

Νυχτερινός

Τα δέντρα φάνταζαν, πράσινα! Και τα πουλιά
νομίζω, τραγουδούσαν.
Παράξενο! Το μονοπάτι έβγαζε στο σπίτι…

Ένα ξύπνημα

Τα ασημένια δάκτυλα του ήλιου άγγιξαν το δρόμο!
Και πήραν τα εναπομείναντα νερά κάποιου ψιλόβροχου,

επόμενη σελίδα