Δεν έφυγαν όλοι μαζί·
ένας ένας χάθηκαν, σαν φώτα πίσω από την ομίχλη.
Κι εγώ έμεινα εκεί, να κρατάω μια αυγή που δεν ήρθε,
ένα όνομα που δεν απάντησε, μια πόρτα μισάνοιχτη στον άνεμο.
Δεν θύμωσα. Μόνο σώπασα λίγο περισσότερο,
όπως σωπαίνει η θάλασσα πριν ξεχάσει το καράβι.
Και κατάλαβα πως μερικές φορές
δεν σε αφήνουν μόνο όταν φεύγουν,
μα όταν επιστρέφουν μέσα σου
χωρίς να έχουν πια ψυχή.
