Θυμάμαι την πρώτη μου δικαιολογία·
πως θα σε ξαναδώ, σκέφτηκα,
κι έτσι κράτησα κάτι άδειο
που έμοιαζε με ελπίδα.
Μετά πέρασε ο καιρός.
Το ξέχασα, με ξέχασες,
κι ίσως έτσι να μείνει.
Μια υπόσχεση χαμένη,
ένα σημάδι που δεν έφερε ο χρόνος,
ένα αύριο που δεν μεγάλωσε.
Μα μπορώ ακόμη να σκεφτώ πώς θα ’ταν.
Να γράψω κάτι,
να το κρύψω στα μεγάλα μου συρτάρια,
να ξεχαστεί.
Κι ύστερα, μετά από χρόνια,
να το βρω τυχαία
και να πω πως κάτι ένιωθα.
Μακρινό πια,
χωρίς πρόσωπο,
με άλλο σχήμα.
