Ήταν βραδιές που ξάπλωνα σ’ εκείνο το ντιβάνι στην αυλή,
περίμενα να ακούσω βήματα, κάποιο σινιάλο, ένα τρίξιμο κλαδιού.
Περνούσε η ώρα κι αποκοιμιόμουν,
ονειρευόμουν πως έρχεσαι.
Ονειρευόμουν πως δεν είχες φύγει μακριά...
Κι αυτό το όνειρο έμεινε.
Έμαθα να ζω μ’ αυτό.
Και πλέον, ασυναίσθητα, κοιτάω κάθε μέρα απ’ το παράθυρο,
ακριβώς πριν δύσει ο ήλιος.
Σαν να χρωστά ακόμη κάτι το φως.
