Το στοιχειό

Το στοιχειό ταξιδεύει στους τοίχους. Το Στοιχειό κατοικεί ανάμεσα στους τοίχους… Και περιμένει το φεγγάρι να γεμίσει.

Κρυμμένο τέλος

Υπάρχουν ταξίδια που δε τελειώνουν! Μέρη, που τα περπατάς αιώνες.
Υπάρχουν σκέψεις που ριζώνουν στο μυαλό! Δαίμονες που στέκονται εκεί για χρόνια.
Υπάρχουν αρρώστιες που μένουνε για χρόνια. Πληγές που γεννιούνται απ’ το σώμα.

Αναμνήσεις

Στην αρχή ήταν χαμόγελα και περιέργοι καινούριοι ήχοι, μυρωδιές κι αισθήσεις. Ήταν το φως, ήταν η νύχτα ήταν οι σκιές κι η μυρωδιά του πρωϊνού.

Μέρες και μέρες

Μέρες και μέρες έρχονται και ξετυλίγονται σα να το λευκό χαρτί
άχρωμο, ασήμαντο, νεκρό κομμάτι μιας ζωής.

Απογευμάτινη Αύρα

Μια αίσθηση ηρεμία ήρθε, ο δροσέρος αέρας
που ‘ρχεται πάντα να μου πει κάτι καινούριο.

Ώρες του ήλιου

Συνήθιζα παλιά, να αναπολώ τη μέρα, να βλέπω το ξημέρωμα.
Τη στιγμή, π’ ο ήλιος άγγιζε τα πρώτα δέντρα του ορίζοντα

Είναι ώρες…

Είναι ώρες, που πραγματικά σκέφτομαι πως ο Θεός, ότι κι αν υπάρχει με χει ξεχάσει. Περνάω τις τελευταιες μέρες, τη χειρότερη φάση της ζωής μου. Πέρασαν, πολλά χρόνια υποχρεώσεων, αναμονής, ελπίδας!

Ξεχασμένος κήπος

Θυμάμαι ακόμα τον ήχο, εκείνων των καιρών
θυμάμαι και την αίσθηση της κρύας ανάσας μες στο βράδυ.
Πως η ψυχή μου πάγωσε, εμπρός στο ξεχασμένο κήπο.

Σπονδή στον Ορφέα

Στα μέρη των νεκρών περιπλανιέμαι, εκεί που που ναοί απομένουν γκρίζοι
και το νερό τη μνημη παίρνει. Ποτίζει τα κλήματα του Άδη
κι έτσι η ζωή και πάλι άνθίζει σαν ασφόδελος, από το θολό νερό.

Γερασμένο τραγούδι

Παντα ακούς εκείνο το τραγούδι, π’ ακούγονταν στο σιωπηλο ηλιοβασίλεμα
όταν Θεός και προσευχή γινόντουσαν ένα με την ηρεμία του κουρασμένου ήλιου.

προηγούμενη σελίδα επόμενη σελίδα