Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι κάθε πρωί είναι η δύση·
τα παιδικά μου καλοκαίρια, μια αυλή,
κι εγώ να φτιάχνω κόσμους
τότε που όλα ήξεραν ακόμη να είναι καινούρια.
Το τελευταίο που σκέφτομαι το βράδυ είναι η ανατολή·
εκείνο το μωβ πριν φανεί ο ήλιος,
η κρυφή χαρά της πρωινής πάχνης
που δεν ξέρει ακόμη αν πρέπει να χαθεί με το πρώτο φως.
Και μέσα σ’ όλα αυτά, ερχόσουν εσύ,
να ανακατέψεις το φως με τη μνήμη,
να δώσεις σχήμα σε ό,τι έζησα.
Άλλοτε ήσουν πρόσωπο,
άλλοτε απλώς ο τρόπος
που θυμόταν η ψυχή μου.
